Μεγάλωσα στη σκιά της Αγίας Θεοδώρας .

Μεγάλωσα στη σκιά της Αγίας Θεοδώρας .

 

Μεγάλωσα στη σκιά της Αγίας Θεοδώρας .

Αν κλείσω τα μάτια, μπορώ ακόμη να δω τη γειτονιά όπως ήταν κάθε Μεγάλη Εβδομάδα.

Φτωχικά αλλά ταπεινά , ευλαβικά με ανθρώπους αλληλέγγυους .

Σοκάκια με παιδιά να παίζουν ,γυναίκες να ψήνουν κουλούρια άντρες κουβαλητές !!!

Δεν κοιτούσαμε τότε ημερολόγια για να μας πουν πότε είναι το Πάσχα·, το υπολογίζαμε από την Καθαρά δευτέρα που ΄ήταν το σύνθημα για μας (σε 46 μέρες).

Η γιορτή της Αγίας μας που ήταν για μας η μάνα μας η αδερφή μας πλησιάζει .

Η αγωνιά για να φέρει ο δήμος τα μύρτα για να στολίσουμε 9 Μάρτη τα κάγκελα και την είσοδο του Ναού , να ξενυχτίσουμε παραμονές στολίζοντας την θαυματουργή εικόνα με κατάνυξη και βαθιά πίστη . Δεν μπορώ να ξεχάσω τις στρωμένες βελέντζες στον προ νάρθηκα όπου Αργά το βράδυ όσα παιδάκια δεν άντεχαν ξάπλωναν και κοιμόνταν. Και την άλλη μέρα 11 Μάρτη σχεδόν άυπνοι να παίρνουμε θέση για να πάρουμε στολή και μανουάλια για να συμμετάσχουμε στην λιτανεία !!! Μεγάλη ευλογία !!! Η Άρτα Βουλιάζει από κόσμο . Όλοι θέλουν να προσκυνήσουν τη χάρη της ! Άλλοι για υγεία στις οικογένειές τους και άλλοι παρακαλούσαν για ένα θαύμα .

Έχει κάνει πολλά Θαύματα η Αγία !!!

Η μέρες περνάνε.

Σάββατο του Λαζάρου με τα καλαθάκια στολισμένα με Λουλούδια βγαίναμε να πούμε πόρτα πόρτα τα κάλαντα . (Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια ήρθε μια γιορτή μεγάλη κι Άγια…) Εκτός από χρήματα το καλάθι γέμιζε από αυγά και καρύδες που μας έδιναν οι νοικοκυρές.

Φτάνει η Κυριακή των Βαΐων παίρναμε τα βάγια στα χέρια και τρέχαμε στην πλατεία. Οι μεγάλοι ήδη μιλούσαν για την ποσότητα των ξύλων που είχαν μαζευτεί και αν ήταν περισσότερα από αυτά που είχαν μαζέψει οι Άι Νικολίτες .

«Φέτος να γίνει πιο ψηλή από πέρσι», έλεγαν όλοι .

Και εμείς καμαρώναμε λες και ήταν δικό μας έργο.

Οι γυναίκες ασβέστωναν για το Πάσχα !!!

Πηγαίναμε στο ποτάμι για κορμούς, σε αυλές, σε αποθήκες, σε χωράφια. Κάθε κομμάτι ξύλο είχε μια ιστορία:

«Αυτό είναι από το παλιό σπίτι του παππού μου»,

«Αυτό το κράταγα για τον χειμώνα, αλλά για τη φωτιά αξίζει».

Δεν ήταν απλώς υλικά· ήταν προσφορά.

Τη Μεγάλη Δευτέρα και τη Μεγάλη Τρίτη η γειτονιά ησύχαζε.

Τα απογεύματα, ντυμένοι καθαρά, πηγαίναμε στην εκκλησία. Τα φώτα χαμηλά, οι ψαλμωδίες αργές. Στεκόμουν δίπλα στη μάνα μου και κοίταζα τις εικόνες. Μου φαινόταν πως ακόμη και οι τοίχοι περίμεναν κάτι.

Τη Μεγάλη Τετάρτη το Ευχέλαιο μοσχοβολούσε λάδι και βασιλικό. Γυρνούσαμε σπίτι αργά,φιλάγαμε στο πίκπα τα ξύλα μη μας τα κλέψουν , αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Ήταν σαν να ετοιμαζόμασταν για κάτι μεγάλο.

Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης η πλατεία μεταμορφωνόταν.

Τα ξύλα που είχαμε μαζέψει όλο τον καιρό στήνονταν με προσοχή η πλατεία έμοιαζε με εργαστήρι. Τα ξύλα υψώνονταν σιγά-σιγά σε σωρό, δεμένα με τέχνη για να κρατήσουν όλη τη νύχτα.

Οι μεγάλοι ήξεραν πώς να τα δένουν για να σταθούν όρθια. Εμείς κουβαλούσαμε μικρότερα κομμάτια και τα δίναμε με καμάρι.

Οι γυναίκες μπαινόβγαιναν στον ναό με λουλούδια. Μας φώναζαν να μην κάνουμε φασαρία, αλλά χαμογελούσαν. Το μεσημέρι η γειτονιά μύριζε κουλούρια και τσουρέκια ενώ τα πρώτα κόκκινα αυγά κυκλοφορούσαν .

Κι ύστερα ερχόταν το βράδυ.

Η στιγμή της φωτιάς

Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Κρατούσα το κερί μου και προσπαθούσα να πιάσω καλή θέση μπροστά στα ξύλα. Η καμπάνα χτυπά πένθιμα βγήκε ο Εσταυρωμένος, ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ψιθύρισμα:

«Ανάψτε »

Η φωτιά άρχισε δειλά και μετά φούντωσε. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά, τόσο ψηλά που νόμιζες πως άγγιζαν τον ουρανό. Ο Ναός της Αγίας Θεοδώρας φωτιζόταν με κόκκινο και χρυσό φως . Η ζέστη έκαιγε τα μάγουλά μας.

Κανείς δεν μιλούσε.

Άκουγες μόνο το ξύλο που έσκαγε και την καμπάνα που χτυπούσε πένθιμα. Εκεί, μέσα στο φως και στη σιωπή, ένιωθα πως όλη η ζωή της γειτονιάς ήταν μαζεμένη γύρω από εκείνη τη φλόγα: οι παππούδες που δεν ήταν πια μαζί μας, τα παιδιά που μεγαλώναμε, οι άνθρωποι που κάθε μέρα προσπερνούσαμε βιαστικά.

Ήμασταν όλοι ένα.

Και όταν η φωτιά άρχιζε σιγά-σιγά να πέφτει, ξέραμε πως είχαμε κάνει το χρέος μας: κρατήσαμε το φως αναμμένο, όπως το κρατούσαν πριν από εμάς οι προγονοί μας που μας κοιτούν από ψιλά .

Αμέσως μετά στολίζαμε τον Επιτάφιο. Μας μάθαιναν να βάζουμε τα λουλούδια «πέταλο-πέταλο». Ήταν δουλειά υπομονής. Οι γυναίκες έλεγαν ιστορίες από τα παλιά, και έψελναν τα εγκώμια κι εμείς ακούγαμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Τα πρώτα κάρβουνα από τη φωτιά ερχόταν στην εκκλησία μέσα σε μαγκάλια για ζεστασιά και το λιβάνι που έριχναν μέσα μοσχοβολούσε .Στολίζαμε μέχρι το πρωί και καμαρώναμε (Έχουμε τον καλύτερο λέγαμε χωρίς να έχουμε δει τους άλλους )

Η φωτιά έξω έχει γίνει κάρβουνο , αλλά η ζεστασιά υπάρχει ακόμη. Καθόμαστε γύρο της ενώ ξημέρωνε και μια στεναχώρια μας έσφιγγε το στομάχι γιατί άλλο ένα άναμμα τελείωσε.

Την μεγάλη Παρασκευή η περιφορά των επιτάφιων . Τον κουβαλούσαν οι μεγάλοι και εμείς λίγο για το καλό . Εμείς κουβαλούσαμε μαναλάκια ,λιβανιστήρια, είμαστε ντυμένα παπαδάκια . Για όλα είχε προβλέψει ο κυρ Γιάννης ο νεωκόρος !!! Η χαρά μας μεγάλη καμαρώναμε για τον επιτάφιο !!! Ήταν ο καλύτερος !!! Έτσι έλεγαν όλοι οι πιστοί κι από τις άλλες ενορίες για τον δικό τους .

Το Μεγάλο Σάββατο η γειτονιά ξανά ζωντάνευε.

Τα παιδιά δοκιμάζαμε τα φαναράκια μας και από τα ρούχα που μας έδινε πάντα η κυρά Μαγδαληνή και άχυρα, φτιάχναμε τον Ιούδα , το κεφάλι από μαξιλαροθήκη το έραβε η κυρά Νίνα. θα τον κρεμάσουμε στην πλατεία και θα τον κάψουμε το βράδυ στην Ανάσταση . , οι μεγάλοι ετοίμαζαν την μαγειρίτσα .

Η καμπάνα το βράδυ χτυπά χαρμόσυνα ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ  ο Ιούδας στην πυρά  , βαρελότα , χαμόγελα !!!

Την άλλη μέρα όταν εμείς ξυπνάγαμε το αρνί είχε σχεδόν ψηθεί , κλαρίνα και γλέντι

Όλοι μιλούσαν για το φαγητό , αλλά μέσα μου ήξερα πως η δική μου στιγμή είχε ήδη συμβεί – εκείνο το βράδυ της φωτιάς.

Τώρα που μεγάλωσα και έφυγα για λίγο από την Άρτα, κάθε φορά που γυρίζω για το Πάσχα πηγαίνω πάλι στην πλατεία. Τα παιδιά είναι άλλα, οι μεγάλοι λιγότεροι, αλλά η φωτιά ανάβει όπως τότε.

Και όταν σηκώνεται η πρώτη φλόγα, δεν είμαι πια απλώς θεατής.

Είμαι εκείνο το παιδί που κουβαλούσε ξύλα, που κρατούσε το κερί με τρεμάμενα χέρια, που κοιτούσε τους γείτονες και καμάρωνε .

Γιατί η μεγάλη φωτιά της Αγίας Θεοδώρας δεν καίει μόνο ξύλα.

Καίει τον χρόνο.

Και κάθε χρόνο μας επιστρέφει όλους πίσω, στη γειτονιά που μάθαμε με πίστη, ταπείνωση, Αγάπη  και Θρησκευτική κατάνυξη  τι θα πει «μαζί».

Γιατί στη γειτονιά της Αγίας Θεοδώρας η μεγάλη φωτιά δεν είναι απλώς μια φλόγα.
Είναι η στιγμή που γινόμαστε όλοι ένα.